ἄθεος

ἄθεος
ᾰθεος
1 godless. impiousἔκ τε ματρυιᾶς ἀθέων βελέωνP. 4.162

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄθεος — without God masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άθεος — η, ο (Α ἄθεος, ον) 1. αυτός που αρνείται την ύπαρξη τού Θεού 2. αθεόφοβος, ασεβής νεοελλ. 1. φαύλος, αλιτήριος, αξιόμεμπτος αρχ. 1. αυτός που αρνείται, που απορρίπτει τους επίσημους θεούς, τους αναγνωρισμένους από την πολιτεία 2. που τόν… …   Dictionary of Greek

  • άθεος — η, ο αυτός που δεν πιστεύει στην ύπαρξη θεού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀθεώτερον — ἄθεος without God masc acc comp sg ἄθεος without God neut nom/voc/acc comp sg ἄθεος without God adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθεωτάτων — ἄθεος without God fem gen superl pl ἄθεος without God masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθεώτατα — ἄθεος without God adverbial superl ἄθεος without God neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθεώτατον — ἄθεος without God masc acc superl sg ἄθεος without God neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέως — ἄθεος without God adverbial ἄθεος without God masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθεον — ἄθεος without God masc/fem acc sg ἄθεος without God neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθεωτάταις — ἄθεος without God fem dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθεωτάτη — ἄθεος without God fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”